χοντροκέφαλος

χοντροκέφαλος
η , ο 1.
1) тупой, тупоголовый; 2) упрямый, твердолобый; 3) толстоголовый; 2. (ο ) балда, тупица

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "χοντροκέφαλος" в других словарях:

  • χοντροκέφαλος — η, ο, Ν 1. αυτός που έχει χοντρό κεφάλι 2. ο νωθρός στο μυαλό, χαζός 3. ισχυρογνώμονας, αμετάπειστος, ξεροκέφαλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < χοντρ(ο) * + κέφαλος (< κεφάλι), πρβλ. στενο κέφαλος] …   Dictionary of Greek

  • χοντροκέφαλος — η, ο 1. αυτός που έχει χοντρό κεφάλι. 2. ισχυρογνώμονας, ξεροκέφαλος. 3. χοντρόμυαλος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βουγάιος — βουγάϊος, ο (Α) 1. (σκωπτικά στην κλητική) βουγάϊε θρασύδειλε, ψευτοπαλληκαρά 2. αδρανής 3. βραδύνους, χοντροκέφαλος. [ΕΤΥΜΟΛ. Το α συνθετικό της λ. βουγάϊος είναι βου επιτατικό (πρβλ. βούβρωστις, βουκόρυζα κ.ά.), ενώ το β συνθετικό συνδέεται με… …   Dictionary of Greek

  • βούβαλος — Θηλαστικό μηρυκαστικό της οικογένειας των βοοειδών, της τάξης των αρτιοδακτύλων. Από την Ινδία, όπου πρώτα εξημερώθηκε σε αρχαιότατα χρόνια, πέρασε στη Συρία και στις βαλτώδεις περιοχές της Ουγγαρίας και της Βαλκανικής. Ο β. εκτρέφεται για την… …   Dictionary of Greek

  • γάιος — I Όνομα ιστορικών προσώπων της ρωμαϊκής εποχής: 1. Γ. Γράκχος. Βλ. λ. Γράκχοι. 2. Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός Γ. Βλ. λ. Αύγουστος, Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός. 3. Κορνήλιος Γάλλος Γ. (69 π.Χ. – 26 π.Χ.). Λατίνος ποιητής. Διετέλεσε κυβερνήτης… …   Dictionary of Greek

  • γαϊδουροκέφαλος — η, ο 1. ο χοντροκέφαλος, αυτός που δυσκολεύεται να κατανοήσει ακόμη και απλά πράγματα 2. ο πεισματάρης …   Dictionary of Greek

  • γκλάβας — ο [γκλάβα] 1. αυτός που δεν είναι έξυπνος, ο χοντροκέφαλος 2. πεισματάρης, ξεροκέφαλος …   Dictionary of Greek

  • δαμάλι — το (Α δαμάλιον, Μ δαμάλιν) [δάμαλις] μσν. νεοελλ. νεαρός ταύρος, αρσενικό μοσχάρι ενός ή δύο χρόνων νεοελλ. 1. το κρέας τού δαμαλιού 2. (για άνθρωπο) χοντροκέφαλος, ανόητος μσν. τρυφερή προσφώνηση αγαπημένου προσώπου («φῶς μου τὸ γλυκύ, πάν… …   Dictionary of Greek

  • καρδαράς — I Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.030 μ., 47 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μαντινείας του νομού Αρκαδίας. Βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του νομού, 19 χλμ. Β της Τρίπολης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λεβιδίου. II Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αθανάσιος.… …   Dictionary of Greek

  • κεφάλας — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 340 μ., 346 κάτ.) στην πρώην επαρχία Λακεδαίμονος του νομού Λακωνίας. Βρίσκεται στο μέσο του νομού, 20 χλμ. ΝΑ της Σπάρτης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Θεραπνών. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ …   Dictionary of Greek

  • κεφαλή — Το άνω άκρο του ανθρώπινου σώματος ή το πρόσθιο μέρος του σώματος των ζώων, όπου εδράζεται ο εγκέφαλος, η είσοδος του πεπτικού σωλήνα, τα αισθητήρια όργανα, περισσότερο ή λιγότερο τελειοποιημένα, καθώς και άλλες δομές, όπως οι τρίχες. Η κ. των… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»